εκβουλγαρισμός

εκβουλγαρισμός
ο оболгаривание

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Нужно сделать НИР?

Смотреть что такое "εκβουλγαρισμός" в других словарях:

  • εκβουλγαρισμός — ο μεταβολή σε Βούλγαρο ή βουλγαρικό …   Dictionary of Greek

  • εκβουλγαρισμός — ο η μεταβολή σε Βούλγαρο ή σε βουλγαρικό …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»